βιλίτσα
•
- υποκοριστικό του βίλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιλίτσα < βίλα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιλίτσα | βιλίτσες |
| Γενική | βιλίτσας | — |
| Αιτιατική | βιλίτσα | βιλίτσες |
| Κλητική | βιλίτσα | βιλίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →