βιλαέτι
•
- διοικητική περιφέρεια υπό τη διοίκηση του βαλή, το βαλελίκι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπεριοχή επικυριαρχίας Βικιλεξικό
- εδαφική περιοχή, νομός (καζάς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιλαέτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική vilậyet < αραβική ولاية (wilāyat, επαρχία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιλαέτι | βιλαέτια |
| Γενική | βιλαετιού | βιλαετιών |
| Αιτιατική | βιλαέτι | βιλαέτια |
| Κλητική | βιλαέτι | βιλαέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →