Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βινιέτα

/viˈɲe.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τυπογραφίασχεδίασμα που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό στην αρχή ή στο τέλος κεφαλαίων βιβλίων ή ως πλαίσιο των σελίδων Βικιλεξικό
    • Ένα φτενό δεκαεξασέλιδο τεύχος με βυσσινί εξώφυλλο και τρία φύλλα κισσού για βινιέτα. (Α. Βλαβιανού, «"Φυλλάδιο" – η επίπεδη επιφάνεια της σφαίρας», εφημερδία Η Καθημερινή (Αθήνα), ένθετο «Επτά Ημέρες», 13 Φεβρ. 2005)
  2. τυπογραφίασχεδίασμα που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό στην αρχή ή στο τέλος κεφαλαίων βιβλίων ή ως πλαίσιο των σελίδων Βικιλεξικό
    • Εφ' όσον η βινιέτα της άδειας που κολλιέται στο διαβατήριο είναι σε ισχύ. (Α. Φωτιάδης, «Χωρίς προξενικές υπηρεσίες εκατοντάδες Σύροι στην Ελλάδα», εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 23 Ιαν. 2013)
  3. τυπογραφίασχεδίασμα που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό στην αρχή ή στο τέλος κεφαλαίων βιβλίων ή ως πλαίσιο των σελίδων Βικιλεξικό
    • Τo κάδρo ή βινιέτα «απoτελεί τη στoιχειώδη αφηγηματική μoνάδα» των κόμικς. (Γ. Σκαρπέλος, Ιστορική μνήμη και ελληνικότητα στα κόμικς, Αθήνα 2000)

Ετυμολογία

βινιέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική vignette + -α, υποκοριστικό του vigne (κλήμα) + -ette (-έτα) < λατινική vinea < vinum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *woino-, *wóih₁nom

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβινιέταβινιέτες
Γενικήβινιέταςβινιετών
Αιτιατικήβινιέταβινιέτες
Κλητικήβινιέταβινιέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →