βιογραφώ
•
- είμαι ή γίνομαι βιογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιογραφώ < βιογράφος + -ώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική biographier ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική biograph)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιογραφώ | βιογραφείς | βιογραφεί | βιογραφούμε | βιογραφείτε | βιογραφούν / βιογραφούνε |
| Παρατατικός | βιογραφούσα | βιογραφούσες | βιογραφούσε | βιογραφούσαμε | βιογραφούσατε | βιογραφούσαν / βιογραφούσανε |
| Αόριστος | βιογράφησα | βιογράφησες | βιογράφησε | βιογραφήσαμε | βιογραφήσατε | βιογράφησαν / βιογραφήσαν / βιογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα βιογραφήσω / θα βιογραφώ | θα βιογραφήσεις / θα βιογραφείς | θα βιογραφήσει / θα βιογραφεί | θα βιογραφήσουμε / θα βιογραφούμε | θα βιογραφήσετε / θα βιογραφείτε | θα βιογραφήσουν / θα βιογραφήσουνε / θα βιογραφούν / θα βιογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω βιογραφήσει | έχεις βιογραφήσει | έχει βιογραφήσει | έχουμε βιογραφήσει | έχετε βιογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιογραφήσει | είχες βιογραφήσει | είχε βιογραφήσει | είχαμε βιογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιογραφήσει / να βιογραφήσω / να βιογραφώ | να έχεις βιογραφήσει / να βιογραφήσεις / να βιογραφείς | να έχει βιογραφήσει / να βιογραφήσει / να βιογραφεί | να έχουμε βιογραφήσει / να βιογραφήσουμε / να βιογραφούμε | να έχετε βιογραφήσει / να βιογραφήσετε / να βιογραφείτε | να βιογραφήσουν / να βιογραφήσουνε / να βιογραφούν / να βιογραφούνε |
| Προστακτική | — | βιογράφει / βιογράφησε | — | — | βιογραφήστε / βιογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →