βιοδιαθέσιμος
•
- βιολογίαπου έχει τη δυνατότητα να απορροφηθεί από έναν οργανισμό και να φτάσει στην κυκλοφορία του αίματος ή στο σημείο δράσης του, ώστε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά Βικιλεξικό
- Το πρώτο βήμα για να γίνει ένα θρεπτικό συστατικό βιοδιαθέσιμο είναι η απελευθέρωσή του από το δομικό πλέγμα του τροφίμου και η μετατροπή του σε χημική μορφή, που μπορεί να προσδεθεί και να εισέλθει στα εντερικά κύτταρα ή να περάσει ανάμεσά τους.
- Η βιταμίνη C στα εσπεριδοειδή βοηθά στο να γίνει πιο βιοδιαθέσιμος (άρα καλύτερα απορροφήσιμος) ο σίδηρος στο σπανάκι.
- Ο σίδηρος που προέρχεται από κρέας, πουλερικά και θαλασσινά αποκαλείται αιμικός. Έρευνες δείχνουν ότι ο συγκεκριμένος τύπος είναι συνήθως πιο βιοδιαθέσιμος, δηλαδή απορροφάται πιο εύκολα από τον οργανισμό σε σύγκριση με τον μη αιμικό.
Ετυμολογία
βιοδιαθέσιμος < βιο- + διαθέσιμος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bioavailable• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοδιαθέσιμος | βιοδιαθέσιμη | βιοδιαθέσιμο |
| Γενική | βιοδιαθέσιμου | βιοδιαθέσιμης | βιοδιαθέσιμου |
| Αιτιατική | βιοδιαθέσιμο | βιοδιαθέσιμη | βιοδιαθέσιμο |
| Κλητική | βιοδιαθέσιμε | βιοδιαθέσιμη | βιοδιαθέσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοδιαθέσιμοι | βιοδιαθέσιμες | βιοδιαθέσιμα |
| Γενική | βιοδιαθέσιμων | βιοδιαθέσιμων | βιοδιαθέσιμων |
| Αιτιατική | βιοδιαθέσιμους | βιοδιαθέσιμες | βιοδιαθέσιμα |
| Κλητική | βιοδιαθέσιμοι | βιοδιαθέσιμες | βιοδιαθέσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →