βιοδιασπώ
•
- χημείααποικοδομώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοδιασπώ < βιο- + διασπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιοδιασπάω / βιοδιασπώ | βιοδιασπάς | βιοδιασπά / βιοδιασπάει | βιοδιασπάμε / βιοδιασπούμε | βιοδιασπάτε | βιοδιασπάν / βιοδιασπάνε / βιοδιασπούν / βιοδιασπούνε |
| Παρατατικός | βιοδιασπούσα | βιοδιασπούσες | βιοδιασπούσε | βιοδιασπούσαμε | βιοδιασπούσατε | βιοδιασπούσαν / βιοδιασπούσανε |
| Αόριστος | βιοδιάσπησα | βιοδιάσπησες | βιοδιάσπησε | βιοδιασπήσαμε | βιοδιασπήσατε | βιοδιάσπησαν / βιοδιασπήσαν / βιοδιασπήσανε |
| Μέλλοντας | θα βιοδιασπάω / θα βιοδιασπήσω / θα βιοδιασπώ | θα βιοδιασπάς / θα βιοδιασπήσεις | θα βιοδιασπά / θα βιοδιασπάει / θα βιοδιασπήσει | θα βιοδιασπάμε / θα βιοδιασπήσουμε / θα βιοδιασπούμε | θα βιοδιασπάτε / θα βιοδιασπήσετε | θα βιοδιασπάν / θα βιοδιασπάνε / θα βιοδιασπήσουν / θα βιοδιασπήσουνε / θα βιοδιασπούν / θα βιοδιασπούνε |
| Παρακείμενος | έχω βιοδιασπήσει | έχεις βιοδιασπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιοδιασπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιοδιασπήσει / να βιοδιασπάω / να βιοδιασπήσω / να βιοδιασπώ | να έχεις βιοδιασπήσει / να βιοδιασπάς / να βιοδιασπήσεις | να βιοδιασπά / να βιοδιασπάει / να βιοδιασπήσει | να βιοδιασπάμε / να βιοδιασπήσουμε / να βιοδιασπούμε | να βιοδιασπάτε / να βιοδιασπήσετε | να βιοδιασπάν / να βιοδιασπάνε / να βιοδιασπήσουν / να βιοδιασπήσουνε / να βιοδιασπούν / να βιοδιασπούνε |
| Προστακτική | — | βιοδιάσπα / βιοδιάσπαγε / βιοδιάσπησε | — | — | βιοδιασπάτε / βιοδιασπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →