Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοδιασπώ

ρήμα
•
  1. χημείααποικοδομώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιοδιασπώ < βιο- + διασπώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβιοδιασπάω / βιοδιασπώβιοδιασπάςβιοδιασπά / βιοδιασπάειβιοδιασπάμε / βιοδιασπούμεβιοδιασπάτεβιοδιασπάν / βιοδιασπάνε / βιοδιασπούν / βιοδιασπούνε
Παρατατικόςβιοδιασπούσαβιοδιασπούσεςβιοδιασπούσεβιοδιασπούσαμεβιοδιασπούσατεβιοδιασπούσαν / βιοδιασπούσανε
Αόριστοςβιοδιάσπησαβιοδιάσπησεςβιοδιάσπησεβιοδιασπήσαμεβιοδιασπήσατεβιοδιάσπησαν / βιοδιασπήσαν / βιοδιασπήσανε
Μέλλονταςθα βιοδιασπάω / θα βιοδιασπήσω / θα βιοδιασπώθα βιοδιασπάς / θα βιοδιασπήσειςθα βιοδιασπά / θα βιοδιασπάει / θα βιοδιασπήσειθα βιοδιασπάμε / θα βιοδιασπήσουμε / θα βιοδιασπούμεθα βιοδιασπάτε / θα βιοδιασπήσετεθα βιοδιασπάν / θα βιοδιασπάνε / θα βιοδιασπήσουν / θα βιοδιασπήσουνε / θα βιοδιασπούν / θα βιοδιασπούνε
Παρακείμενοςέχω βιοδιασπήσειέχεις βιοδιασπήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα βιοδιασπήσει—————
Υποτακτικήνα έχω βιοδιασπήσει / να βιοδιασπάω / να βιοδιασπήσω / να βιοδιασπώνα έχεις βιοδιασπήσει / να βιοδιασπάς / να βιοδιασπήσειςνα βιοδιασπά / να βιοδιασπάει / να βιοδιασπήσεινα βιοδιασπάμε / να βιοδιασπήσουμε / να βιοδιασπούμενα βιοδιασπάτε / να βιοδιασπήσετενα βιοδιασπάν / να βιοδιασπάνε / να βιοδιασπήσουν / να βιοδιασπήσουνε / να βιοδιασπούν / να βιοδιασπούνε
Προστακτική—βιοδιάσπα / βιοδιάσπαγε / βιοδιάσπησε——βιοδιασπάτε / βιοδιασπήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →