βιοενέργεια
•
- νεολογισμόςη ενέργεια που δημιουργείται από βιομάζα Βικιλεξικό
- Στην απεξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα μπορεί να οδηγήσει η επένδυση στη βιοενέργεια. (Επένδυση στη βιοενέργεια, Η Καθημερινή, 12 Μαΐου 2006)
Ετυμολογία
βιοενέργεια < βιο- + ενέργεια, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bioenergy
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοενέργεια | βιοενέργειες |
| Γενική | βιοενέργειας | βιοενεργειών |
| Αιτιατική | βιοενέργεια | βιοενέργειες |
| Κλητική | βιοενέργεια | βιοενέργειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →