βιοζώνη
•
- γεωλογίαστρωματογραφική ενότητα που οριοθετείται από την παρουσία ή εξάπλωση συγκεκριμένων απολιθωμάτων και χρησιμοποιείται για τη χρονολόγηση και συσχέτιση γεωλογικών στρωμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοζώνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική biozone < αρχαία ελληνική βίος + ζώνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοζώνη | βιοζώνες |
| Γενική | βιοζώνης | βιοζωνών |
| Αιτιατική | βιοζώνη | βιοζώνες |
| Κλητική | βιοζώνη | βιοζώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →