βιοηθικός
•
- επιστήμηπου έχει σχέση με τη βιοηθική ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοηθικός < βιοηθική + -ός < αρχαία ελληνική βίος + ἠθική, θηλυκό του ἠθικός < ἦθος < ἔθος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bioethical)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοηθικός | βιοηθική | βιοηθικό |
| Γενική | βιοηθικού | βιοηθικής | βιοηθικού |
| Αιτιατική | βιοηθικό | βιοηθική | βιοηθικό |
| Κλητική | βιοηθικέ | βιοηθική | βιοηθικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοηθικοί | βιοηθικές | βιοηθικά |
| Γενική | βιοηθικών | βιοηθικών | βιοηθικών |
| Αιτιατική | βιοηθικούς | βιοηθικές | βιοηθικά |
| Κλητική | βιοηθικοί | βιοηθικές | βιοηθικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →