Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοηλεκτρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον βιοηλεκτρισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιοηλεκτρικός < βιοηλεκτρισμός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοηλεκτρικόςβιοηλεκτρικήβιοηλεκτρικό
Γενικήβιοηλεκτρικούβιοηλεκτρικήςβιοηλεκτρικού
Αιτιατικήβιοηλεκτρικόβιοηλεκτρικήβιοηλεκτρικό
Κλητικήβιοηλεκτρικέβιοηλεκτρικήβιοηλεκτρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοηλεκτρικοίβιοηλεκτρικέςβιοηλεκτρικά
Γενικήβιοηλεκτρικώνβιοηλεκτρικώνβιοηλεκτρικών
Αιτιατικήβιοηλεκτρικούςβιοηλεκτρικέςβιοηλεκτρικά
Κλητικήβιοηλεκτρικοίβιοηλεκτρικέςβιοηλεκτρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →