βιοηλεκτρικός
•
- που έχει σχέση με τον βιοηλεκτρισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοηλεκτρικός < βιοηλεκτρισμός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοηλεκτρικός | βιοηλεκτρική | βιοηλεκτρικό |
| Γενική | βιοηλεκτρικού | βιοηλεκτρικής | βιοηλεκτρικού |
| Αιτιατική | βιοηλεκτρικό | βιοηλεκτρική | βιοηλεκτρικό |
| Κλητική | βιοηλεκτρικέ | βιοηλεκτρική | βιοηλεκτρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοηλεκτρικοί | βιοηλεκτρικές | βιοηλεκτρικά |
| Γενική | βιοηλεκτρικών | βιοηλεκτρικών | βιοηλεκτρικών |
| Αιτιατική | βιοηλεκτρικούς | βιοηλεκτρικές | βιοηλεκτρικά |
| Κλητική | βιοηλεκτρικοί | βιοηλεκτρικές | βιοηλεκτρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →