βιοθεραπεία
•
- θεραπεία που βασίζεται σε βιολογικές ή ολιστικές προσεγγίσεις Βικιλεξικό
- τεχνική που χρησιμοποιεί ζώντες οργανισμούς για να πετύχει κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοθεραπεία < βιο- + -θεραπεία ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική biotherapy)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοθεραπεία | βιοθεραπείες |
| Γενική | βιοθεραπείας | βιοθεραπειών |
| Αιτιατική | βιοθεραπεία | βιοθεραπείες |
| Κλητική | βιοθεραπεία | βιοθεραπείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →