βιολιτζής
•
- επάγγελμαο βιολιστής Βικιλεξικό
- Βαράτε βιολιτζήδες | βαράτε βιολιτζήδες | οριστική διάλυση | κάνουν οι παλιατζήδες.
- ειδικότεραμουσικός που παίζει δημοτικά ή άλλα τραγούδια για να διασκεδάσει τον κόσμο σε πανηγύρια ή κέντρα διασκέδασης Βικιλεξικό
- μειωτικόμουσικός κακής ποιότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιολιτζής < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιολιτζής | βιολιτζήδες |
| Γενική | βιολιτζή | βιολιτζήδων |
| Αιτιατική | βιολιτζή | βιολιτζήδες |
| Κλητική | βιολιτζή | βιολιτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →