Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιολιτζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο βιολιστής Βικιλεξικό
    • Βαράτε βιολιτζήδες | βαράτε βιολιτζήδες | οριστική διάλυση | κάνουν οι παλιατζήδες.
  2. ειδικότεραμουσικός που παίζει δημοτικά ή άλλα τραγούδια για να διασκεδάσει τον κόσμο σε πανηγύρια ή κέντρα διασκέδασης Βικιλεξικό
  3. μειωτικόμουσικός κακής ποιότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιολιτζής < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιολιτζήςβιολιτζήδες
Γενικήβιολιτζήβιολιτζήδων
Αιτιατικήβιολιτζήβιολιτζήδες
Κλητικήβιολιτζήβιολιτζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →