βιολογικό φύλο
•
- κοινωνιολογίαόρος που αναφέρεται στα ανατομικά και γενετικά χαρακτηριστικά του ατόμου κατά αντιδιαστολή προς το κοινωνικό φύλο Βικιλεξικό
- Ο Θανάσης λ.χ., το πρόσωπο με το ανδρικό βιολογικό φύλο, φαίνεται από ορισμένες απόψεις, να λειτουργεί σαν να είχε το γυναικείο κοινωνικό φύλο, σε αντιδιαμετρική, βεβαίως, αντίθεση προς τη Μαρία, η οποία ενεργεί σαν να είχε το ανδρικό κοινωνικό φύλο. (Γιώργος Π. Πεφάνης, Φαντάσματα του θεάτρου, Σκηνές της θεωρίας ΙΙΙ, εκδ. Παπαζήσης, 2023)
Ετυμολογία
βιολογικό φύλο < → δείτε τις λέξεις βιολογικός και φύλο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →