βιομηχανοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του βιομηχανοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιομηχανοποίηση < βιομηχανοποιώ + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική industrialisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιομηχανοποίηση | βιομηχανοποιήσεις |
| Γενική | βιομηχανοποίησης | βιομηχανοποιήσεων |
| Αιτιατική | βιομηχανοποίηση | βιομηχανοποιήσεις |
| Κλητική | βιομηχανοποίηση | βιομηχανοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →