βιομοριακός
•
- που σχετίζεται με βιομόριο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιομοριακός < βιο- + μοριακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική biomolecular)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιομοριακός | βιομοριακή | βιομοριακό |
| Γενική | βιομοριακού | βιομοριακής | βιομοριακού |
| Αιτιατική | βιομοριακό | βιομοριακή | βιομοριακό |
| Κλητική | βιομοριακέ | βιομοριακή | βιομοριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιομοριακοί | βιομοριακές | βιομοριακά |
| Γενική | βιομοριακών | βιομοριακών | βιομοριακών |
| Αιτιατική | βιομοριακούς | βιομοριακές | βιομοριακά |
| Κλητική | βιομοριακοί | βιομοριακές | βιομοριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →