Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιομοριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με βιομόριο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιομοριακός < βιο- + μοριακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική biomolecular)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιομοριακόςβιομοριακήβιομοριακό
Γενικήβιομοριακούβιομοριακήςβιομοριακού
Αιτιατικήβιομοριακόβιομοριακήβιομοριακό
Κλητικήβιομοριακέβιομοριακήβιομοριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιομοριακοίβιομοριακέςβιομοριακά
Γενικήβιομοριακώνβιομοριακώνβιομοριακών
Αιτιατικήβιομοριακούςβιομοριακέςβιομοριακά
Κλητικήβιομοριακοίβιομοριακέςβιομοριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →