Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιονικός

/vi.o.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίασχετιζόμενος με την βιονική Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάβελτιωμένος διά της βιονικής με ικανότητες και δυνάμεις αυξημένες σε σχέση με συνήθη άνθρωπο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάυπεράνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιονικός < μαρτυρείται από το 1961 < λόγιο δάνειο από την αγγλική bionic, γαλλική bionique + -ικός < συμφυρμός των bio- (βιο-) + electronic (ηλεκτρονικός). Οι μεταφορικές σημασίες < αγγλική bionic.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιονικόςβιονικήβιονικό
Γενικήβιονικούβιονικήςβιονικού
Αιτιατικήβιονικόβιονικήβιονικό
Κλητικήβιονικέβιονικήβιονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιονικοίβιονικέςβιονικά
Γενικήβιονικώνβιονικώνβιονικών
Αιτιατικήβιονικούςβιονικέςβιονικά
Κλητικήβιονικοίβιονικέςβιονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →