Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιονομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την βιονομία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιονομικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική bionomic < bionomics < αρχαία ελληνική βίος + νέμω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιονομικόςβιονομικήβιονομικό
Γενικήβιονομικούβιονομικήςβιονομικού
Αιτιατικήβιονομικόβιονομικήβιονομικό
Κλητικήβιονομικέβιονομικήβιονομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιονομικοίβιονομικέςβιονομικά
Γενικήβιονομικώνβιονομικώνβιονομικών
Αιτιατικήβιονομικούςβιονομικέςβιονομικά
Κλητικήβιονομικοίβιονομικέςβιονομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →