βιοστατιστικός
•
- στατιστικήπου έχει σχέση με την βιοστατιστική ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοστατιστικός < βιοστατιστική + -ός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική biostatistical)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοστατιστικός | βιοστατιστική | βιοστατιστικό |
| Γενική | βιοστατιστικού | βιοστατιστικής | βιοστατιστικού |
| Αιτιατική | βιοστατιστικό | βιοστατιστική | βιοστατιστικό |
| Κλητική | βιοστατιστικέ | βιοστατιστική | βιοστατιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοστατιστικοί | βιοστατιστικές | βιοστατιστικά |
| Γενική | βιοστατιστικών | βιοστατιστικών | βιοστατιστικών |
| Αιτιατική | βιοστατιστικούς | βιοστατιστικές | βιοστατιστικά |
| Κλητική | βιοστατιστικοί | βιοστατιστικές | βιοστατιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →