Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοχημικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαειδικός στην βιοχημεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιοχημικός < βιοχημεία + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιοχημική / βιοχημικός / βιοχημικόβιοχημικές / βιοχημικοί / βιοχημικά
Γενικήβιοχημικής / βιοχημικού / βιοχημικούβιοχημικών / βιοχημικών / βιοχημικών
Αιτιατικήβιοχημική / βιοχημικό / βιοχημικόβιοχημικές / βιοχημικούς / βιοχημικά
Κλητικήβιοχημική / βιοχημικέ / βιοχημικόβιοχημικές / βιοχημικοί / βιοχημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βιοχημικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιοχημεία: ο σχετικός με τη βιοχημεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιοχημικός < βιοχημεία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοχημικόςβιοχημικήβιοχημικό
Γενικήβιοχημικούβιοχημικήςβιοχημικού
Αιτιατικήβιοχημικόβιοχημικήβιοχημικό
Κλητικήβιοχημικέβιοχημικήβιοχημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοχημικοίβιοχημικέςβιοχημικά
Γενικήβιοχημικώνβιοχημικώνβιοχημικών
Αιτιατικήβιοχημικούςβιοχημικέςβιοχημικά
Κλητικήβιοχημικοίβιοχημικέςβιοχημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →