βιπ
•
- σπάνιοάτομο που θεωρείται ότι ξεχωρίζει λόγω κοινωνικής θέσης, φήμης ή οικονομικής ισχύος και απολαμβάνει ειδική μεταχείριση Βικιλεξικό
- Το νησος Αίγινα ειναι το πρώτο πλοιο στην γραμμή της αιγινας που εβγαλε βιπ θεσεις ( να δουμε αν θα ακολουθησουν και τα υπόλοιπα) (από ανάρτηση στο φόρουμ shipfriends.gr, 2021)
- Πολλοί από τούς έλληνες “ΒΙΠ’ς” είτε έχουν ένα σπίτι εδώ ή επισκέπτονται το νησί κάθε καλοκαίρι η ακόμα και κάθε σαββατοκύριακο (Οδηγός για διακοπές στη Μύκονο, dreamislands.gr, ανακτήθηκε στις 28/9/2025 https://www.dreamislands.gr/kyklades/mykonos.html)
Ετυμολογία
βιπ < αγγλική VIP < very important person
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →