Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιρτουόζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει σχέση με βιρτουόζο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιρτουόζικος < βιρτουόζος + -ικος < ιταλική virtuoso < υστερολατινική virtuosus < λατινική virtus

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιρτουόζικοςβιρτουόζικηβιρτουόζικο
Γενικήβιρτουόζικουβιρτουόζικηςβιρτουόζικου
Αιτιατικήβιρτουόζικοβιρτουόζικηβιρτουόζικο
Κλητικήβιρτουόζικεβιρτουόζικηβιρτουόζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιρτουόζικοιβιρτουόζικεςβιρτουόζικα
Γενικήβιρτουόζικωνβιρτουόζικωνβιρτουόζικων
Αιτιατικήβιρτουόζικουςβιρτουόζικεςβιρτουόζικα
Κλητικήβιρτουόζικοιβιρτουόζικεςβιρτουόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →