βιτρώ
•
- μορφή ζωγραφικής σε γυαλί που επιτρέπει στο φως να το διαπερνά Βικιλεξικό
- το χρωματισμένο γυαλί που χρησιμοποιείται για να κατασκευάσει κανείς διακοσμημένα παράθυρα ή άλλα αντικείμενα, τα οποία διαπερνά το φως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιτρώ < γαλλική vitraux < vitrail
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →