βιτσίζω
•
- χτυπώ με βίτσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιτσίζω < βίτσα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιτσίζω | βιτσίζεις | βιτσίζει | βιτσίζουμε | βιτσίζετε | βιτσίζουν / βιτσίζουνε |
| Παρατατικός | βίτσιζα | βίτσιζες | βίτσιζε | βιτσίζαμε | βιτσίζατε | βίτσιζαν / βιτσίζαν / βιτσίζανε |
| Αόριστος | βίτσισα | βίτσισες | βίτσισε | βιτσίσαμε | βιτσίσατε | βίτσισαν / βιτσίσαν / βιτσίσανε |
| Μέλλοντας | θα βιτσίζω / θα βιτσίσω | θα βιτσίζεις / θα βιτσίσεις | θα βιτσίζει / θα βιτσίσει | θα βιτσίζουμε / θα βιτσίσουμε | θα βιτσίζετε / θα βιτσίσετε | θα βιτσίζουν / θα βιτσίζουνε / θα βιτσίσουν / θα βιτσίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βιτσίσει | έχεις βιτσίσει | έχει βιτσίσει | έχουμε βιτσίσει | έχετε βιτσίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιτσίσει | είχες βιτσίσει | είχε βιτσίσει | είχαμε βιτσίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιτσίσει / να βιτσίζω / να βιτσίσω | να έχεις βιτσίσει / να βιτσίζεις / να βιτσίσεις | να έχει βιτσίσει / να βιτσίζει / να βιτσίσει | να έχουμε βιτσίσει / να βιτσίζουμε / να βιτσίσουμε | να έχετε βιτσίσει / να βιτσίζετε / να βιτσίσετε | να βιτσίζουν / να βιτσίζουνε / να βιτσίσουν / να βιτσίσουνε |
| Προστακτική | — | βίτσιζε / βίτσισε | — | — | βιτσίζετε / βιτσίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →