Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιτσιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χτύπημα με μια βίτσα Βικιλεξικό
    • Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε , σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει (Μαριέττα Μπέτσου, Η Μάγισσα, στο Αττικόν Ημερολόγιον του έτους 1881, Ἀθήνησιν, εκ του τυπογραφείου της Κορίννης, 1880, σελ. 445)

Ετυμολογία

βιτσιά < βίτσα + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιτσιάβιτσιές
Γενικήβιτσιάςβιτσιών
Αιτιατικήβιτσιάβιτσιές
Κλητικήβιτσιάβιτσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →