βιόλυση
•
- βιολογίαη αποσύνθεση των ιστών και ο επακόλουθος θάνατος ενός οργανισμού Βικιλεξικό
- βιολογίαη αποσύνθεση οργανικού υλικού από μικροοργανισμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιόλυση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική biolysis < αρχαία ελληνική βιο- βίος + λῦσις (< λύω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιόλυση | βιολύσεις |
| Γενική | βιόλυσης | βιολύσεων |
| Αιτιατική | βιόλυση | βιολύσεις |
| Κλητική | βιόλυση | βιολύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →