βλάττα
•
- παρωχημένοείδος κατσαρίδας Βικιλεξικό
- παρωχημένοη ευλογιά και (συνεκδοχικά) η ουλή που αφήνει η εμφάνιση της ασθένειας αυτής Βικιλεξικό
- παρωχημένοείδος ψώρας στα φύλλα φυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλάττα < λατινική blatta
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλάττα | βλάττες |
| Γενική | βλάττας | βλαττών |
| Αιτιατική | βλάττα | βλάττες |
| Κλητική | βλάττα | βλάττες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →