βλέψη
•
- σκοπός στον οποίο αποβλέπει κανείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλέψη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βλέψις (κοίταγμα, εξέταση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Absichten (στον πληθυντικό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλέψη | βλέψεις |
| Γενική | βλέψης | βλέψεων |
| Αιτιατική | βλέψη | βλέψεις |
| Κλητική | βλέψη | βλέψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →