βλήτρο
•
- κυλινδρικό στέλεχος, συνήθως από μέταλλο και σπανιότερα από άλλο υλικό, με πεπλατυσμένη την μία άκρη του και ελικώσεις στον κορμό, που χρησιμοποιείται για συνδέσεις, στερεώσεις και συναρμολογήσεις Βικιλεξικό
- βέργα οπλισμού που συνδέει δύο στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλήτρο < αρχαία ελληνική βλῆτρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλήτρο | βλήτρα |
| Γενική | βλήτρου | βλήτρων |
| Αιτιατική | βλήτρο | βλήτρα |
| Κλητική | βλήτρο | βλήτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →