βλαισόπους
•
- που έχει βλαισοποδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλαισόπους < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βλαισόπους Μορφολογικά αναλύεται σε βλαισ(ός) + -ό- + -πους
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βλαισόπους | βλαισόπους | βλαισόπουν |
| Γενική | βλαισόποδος | — | βλαισόποδος |
| Αιτιατική | βλαισόποδα | — | βλαισόπουν |
| Κλητική | βλαισόπους | — | βλαισόπουν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βλαισόποδες | — | βλαισόποδα |
| Γενική | βλαισοπόδων | — | βλαισοπόδων |
| Αιτιατική | βλαισόποδες | — | βλαισόποδα |
| Κλητική | βλαισόποδες | — | βλαισόποδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →