βλακεύω
•
- φέρομαι ανόητα, είμαι βλάκας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλακεύω < αρχαία ελληνική βλακεύω < βλάξ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βλακεύω | βλακεύεις | βλακεύει | βλακεύουμε | βλακεύετε | βλακεύουν / βλακεύουνε |
| Παρατατικός | βλάκευα | βλάκευες | βλάκευε | βλακεύαμε | βλακεύατε | βλάκευαν / βλακεύαν / βλακεύανε |
| Αόριστος | βλάκευσα | βλάκευσες | βλάκευσε | βλακεύσαμε | βλακεύσατε | βλάκευσαν / βλακεύσαν / βλακεύσανε |
| Μέλλοντας | θα βλακεύσω / θα βλακεύω | θα βλακεύεις / θα βλακεύσεις | θα βλακεύει / θα βλακεύσει | θα βλακεύουμε / θα βλακεύσουμε | θα βλακεύετε / θα βλακεύσετε | θα βλακεύουν / θα βλακεύουνε / θα βλακεύσουν / θα βλακεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βλακεύσει | έχεις βλακεύσει | έχει βλακεύσει | έχουμε βλακεύσει | έχετε βλακεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βλακεύσει | είχες βλακεύσει | είχε βλακεύσει | είχαμε βλακεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βλακεύσει / να βλακεύσω / να βλακεύω | να έχεις βλακεύσει / να βλακεύεις / να βλακεύσεις | να έχει βλακεύσει / να βλακεύει / να βλακεύσει | να έχουμε βλακεύσει / να βλακεύουμε / να βλακεύσουμε | να έχετε βλακεύσει / να βλακεύετε / να βλακεύσετε | να βλακεύουν / να βλακεύουνε / να βλακεύσουν / να βλακεύσουνε |
| Προστακτική | — | βλάκευε / βλάκευσε | — | — | βλακεύετε / βλακεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →