βλακόμετρο
•
- ο πολύ βλάκας Βικιλεξικό
- αυτός ο οποίος τίθεται ως μέτρο της βλακείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλακόμετρο < βλάκ(ας) + -ό- + -μετρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλακόμετρο | βλακόμετρα |
| Γενική | βλακόμετρου | βλακόμετρων |
| Αιτιατική | βλακόμετρο | βλακόμετρα |
| Κλητική | βλακόμετρο | βλακόμετρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →