Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλαμάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένουποκοριστικό του βλάμης Βικιλεξικό
    • Μες στην ταβέρνα τα βλαμάκια, βρε παιδιά, ο καθένας και ένα πόνο έχει στην καρδιά. (Στίχοι τραγουδιού του Παναγιώτη Τούντα)

Ετυμολογία

βλαμάκι < βλάμης + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβλαμάκιβλαμάκια
Γενική——
Αιτιατικήβλαμάκιβλαμάκια
Κλητικήβλαμάκιβλαμάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →