βλαμάκι
•
- παρωχημένουποκοριστικό του βλάμης Βικιλεξικό
- Μες στην ταβέρνα τα βλαμάκια, βρε παιδιά, ο καθένας και ένα πόνο έχει στην καρδιά. (Στίχοι τραγουδιού του Παναγιώτη Τούντα)
Ετυμολογία
βλαμάκι < βλάμης + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλαμάκι | βλαμάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | βλαμάκι | βλαμάκια |
| Κλητική | βλαμάκι | βλαμάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →