βλαπτικώς
•
- παρωχημένοβλαπτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλαπτικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βλαπτικῶς < βλαπτικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
βλαπτικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βλαπτικῶς < βλαπτικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →