βλασταίνω
•
- βοτανικήεμφανίζω βλαστό Βικιλεξικό
- βοτανικήφυτρώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμφανίζω κάτι νέο, γεννώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλασταίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βλασταίνω / βλαστάνω < αρχαία ελληνική βλαστάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βλασταίνω | βλασταίνεις | βλασταίνει | βλασταίνουμε | βλασταίνετε | βλασταίνουν / βλασταίνουνε |
| Παρατατικός | βλάσταινα | βλάσταινες | βλάσταινε | βλασταίναμε | βλασταίνατε | βλάσταιναν / βλασταίναν / βλασταίνανε |
| Αόριστος | βλάστησα | βλάστησες | βλάστησε | βλαστήσαμε | βλαστήσατε | βλάστησαν / βλαστήσαν / βλαστήσανε |
| Μέλλοντας | θα βλαστήσω / θα βλασταίνω | θα βλαστήσεις / θα βλασταίνεις | θα βλαστήσει / θα βλασταίνει | θα βλαστήσουμε / θα βλασταίνουμε | θα βλαστήσετε / θα βλασταίνετε | θα βλαστήσουν / θα βλαστήσουνε / θα βλασταίνουν / θα βλασταίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω βλαστήσει | έχεις βλαστήσει | έχει βλαστήσει | έχουμε βλαστήσει | έχετε βλαστήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βλαστήσει | είχες βλαστήσει | είχε βλαστήσει | είχαμε βλαστήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βλαστήσει / να βλαστήσω / να βλασταίνω | να έχεις βλαστήσει / να βλαστήσεις / να βλασταίνεις | να έχει βλαστήσει / να βλαστήσει / να βλασταίνει | να έχουμε βλαστήσει / να βλαστήσουμε / να βλασταίνουμε | να έχετε βλαστήσει / να βλαστήσετε / να βλασταίνετε | να βλαστήσουν / να βλαστήσουνε / να βλασταίνουν / να βλασταίνουνε |
| Προστακτική | — | βλάσταινε / βλάστησε | — | — | βλαστήστε / βλασταίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →