Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλασφημώ

/vla.sfiˈmo/ρήμα
•
  1. είμαι βλάσφημος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλασφημώ < αρχαία ελληνική βλασφημέω / βλασφημῶ < βλάσφημος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβλασφημώβλασφημείςβλασφημείβλασφημούμεβλασφημείτεβλασφημούν / βλασφημούνε
Παρατατικόςβλασφημούσαβλασφημούσεςβλασφημούσεβλασφημούσαμεβλασφημούσατεβλασφημούσαν / βλασφημούσανε
Αόριστοςβλασφήμησαβλασφήμησεςβλασφήμησεβλασφημήσαμεβλασφημήσατεβλασφήμησαν / βλασφημήσαν / βλασφημήσανε
Μέλλονταςθα βλασφημήσω / θα βλασφημώθα βλασφημήσεις / θα βλασφημείςθα βλασφημήσει / θα βλασφημείθα βλασφημήσουμε / θα βλασφημούμεθα βλασφημήσετε / θα βλασφημείτεθα βλασφημήσουν / θα βλασφημήσουνε / θα βλασφημούν / θα βλασφημούνε
Παρακείμενοςέχω βλασφημήσειέχεις βλασφημήσειέχει βλασφημήσειέχουμε βλασφημήσειέχετε βλασφημήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βλασφημήσειείχες βλασφημήσειείχε βλασφημήσειείχαμε βλασφημήσει——
Υποτακτικήνα έχω βλασφημήσει / να βλασφημήσω / να βλασφημώνα έχεις βλασφημήσει / να βλασφημήσεις / να βλασφημείςνα έχει βλασφημήσει / να βλασφημήσει / να βλασφημείνα έχουμε βλασφημήσει / να βλασφημήσουμε / να βλασφημούμενα έχετε βλασφημήσει / να βλασφημήσετε / να βλασφημείτενα βλασφημήσουν / να βλασφημήσουνε / να βλασφημούν / να βλασφημούνε
Προστακτική—βλασφήμει / βλασφήμησε——βλασφημήστε / βλασφημείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →