βλασφημώ
•
- είμαι βλάσφημος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλασφημώ < αρχαία ελληνική βλασφημέω / βλασφημῶ < βλάσφημος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βλασφημώ | βλασφημείς | βλασφημεί | βλασφημούμε | βλασφημείτε | βλασφημούν / βλασφημούνε |
| Παρατατικός | βλασφημούσα | βλασφημούσες | βλασφημούσε | βλασφημούσαμε | βλασφημούσατε | βλασφημούσαν / βλασφημούσανε |
| Αόριστος | βλασφήμησα | βλασφήμησες | βλασφήμησε | βλασφημήσαμε | βλασφημήσατε | βλασφήμησαν / βλασφημήσαν / βλασφημήσανε |
| Μέλλοντας | θα βλασφημήσω / θα βλασφημώ | θα βλασφημήσεις / θα βλασφημείς | θα βλασφημήσει / θα βλασφημεί | θα βλασφημήσουμε / θα βλασφημούμε | θα βλασφημήσετε / θα βλασφημείτε | θα βλασφημήσουν / θα βλασφημήσουνε / θα βλασφημούν / θα βλασφημούνε |
| Παρακείμενος | έχω βλασφημήσει | έχεις βλασφημήσει | έχει βλασφημήσει | έχουμε βλασφημήσει | έχετε βλασφημήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βλασφημήσει | είχες βλασφημήσει | είχε βλασφημήσει | είχαμε βλασφημήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βλασφημήσει / να βλασφημήσω / να βλασφημώ | να έχεις βλασφημήσει / να βλασφημήσεις / να βλασφημείς | να έχει βλασφημήσει / να βλασφημήσει / να βλασφημεί | να έχουμε βλασφημήσει / να βλασφημήσουμε / να βλασφημούμε | να έχετε βλασφημήσει / να βλασφημήσετε / να βλασφημείτε | να βλασφημήσουν / να βλασφημήσουνε / να βλασφημούν / να βλασφημούνε |
| Προστακτική | — | βλασφήμει / βλασφήμησε | — | — | βλασφημήστε / βλασφημείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →