βλαχοδήμαρχος
•
- μειωτικόδήμαρχος σε μικρό χωριό που προβάλλεται ως σπουδαίος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδήμαρχος με ξεπερασμένες αυταρχικές αντιλήψεις και συμπεριφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλαχοδήμαρχος < βλαχο- + δήμαρχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλαχοδήμαρχος | βλαχοδήμαρχοι |
| Γενική | βλαχοδήμαρχου / βλαχοδημάρχου | βλαχοδημάρχων |
| Αιτιατική | βλαχοδήμαρχο | βλαχοδήμαρχους / βλαχοδημάρχους |
| Κλητική | βλαχοδήμαρχε | βλαχοδήμαρχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →