Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλαχοδήμαρχος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόδήμαρχος σε μικρό χωριό που προβάλλεται ως σπουδαίος Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηδήμαρχος με ξεπερασμένες αυταρχικές αντιλήψεις και συμπεριφορά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλαχοδήμαρχος < βλαχο- + δήμαρχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβλαχοδήμαρχοςβλαχοδήμαρχοι
Γενικήβλαχοδήμαρχου / βλαχοδημάρχουβλαχοδημάρχων
Αιτιατικήβλαχοδήμαρχοβλαχοδήμαρχους / βλαχοδημάρχους
Κλητικήβλαχοδήμαρχεβλαχοδήμαρχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →