βλαχόπουλο
•
- μικρός / νεαρός Βλάχος Βικιλεξικό
- Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)
Ετυμολογία
βλαχόπουλο < βλαχό- + υποκοριστικό επίθημα -πουλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλαχόπουλο | βλαχόπουλα |
| Γενική | βλαχόπουλου | βλαχόπουλων |
| Αιτιατική | βλαχόπουλο | βλαχόπουλα |
| Κλητική | βλαχόπουλο | βλαχόπουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →