Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλαχόφωνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωπαπου έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα βλάχικα Βικιλεξικό
    • η απόκτηση διαβατηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι πολύ ελκυστική για τους βλαχόφωνους της Αλβανίας
    • Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)
  2. λαϊκότροποπου κατοικείται ή αποτελείται από άτομα που μιλούν την βλάχικη Βικιλεξικό
    • τα βλαχόφωνα χωριά της Ελλάδος

Ετυμολογία

βλαχόφωνος < βλαχό- + -φωνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβλαχόφωνοςβλαχόφωνηβλαχόφωνο
Γενικήβλαχόφωνουβλαχόφωνηςβλαχόφωνου
Αιτιατικήβλαχόφωνοβλαχόφωνηβλαχόφωνο
Κλητικήβλαχόφωνεβλαχόφωνηβλαχόφωνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβλαχόφωνοιβλαχόφωνεςβλαχόφωνα
Γενικήβλαχόφωνωνβλαχόφωνωνβλαχόφωνων
Αιτιατικήβλαχόφωνουςβλαχόφωνεςβλαχόφωνα
Κλητικήβλαχόφωνοιβλαχόφωνεςβλαχόφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →