Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλεννογόνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανατομίαυγρός και μαλακός ιστός που επενδύει εσωτερικές κοιλότητες του σώματος, εκκρίνοντας βλέννα για προστασία και λίπανση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλεννογόνος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική blennogène < αρχαία ελληνική βλέννα + -γόνος < γίγνομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβλεννογόνα / βλεννογόνος / βλεννογόνος / βλεννογόνοβλεννογόνες / βλεννογόνοι / βλεννογόνοι / βλεννογόνα
Γενικήβλεννογόνας / βλεννογόνου / βλεννογόνου / βλεννογόνουβλεννογόνων / βλεννογόνων / βλεννογόνων
Αιτιατικήβλεννογόνα / βλεννογόνο / βλεννογόνο / βλεννογόνοβλεννογόνες / βλεννογόνους / βλεννογόνους / βλεννογόνα
Κλητικήβλεννογόνα / βλεννογόνε / βλεννογόνε / βλεννογόνοβλεννογόνες / βλεννογόνοι / βλεννογόνοι / βλεννογόνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βλεννογόνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκκρίνει βλέννα Βικιλεξικό
    • Σύνδρομο Reiter. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από φλεγμονή βλεννογόνων (επιπεφυκότος, ίριδος, στοματικής κοιλότητας και βαλάνου) και φλεγμονή δέρματος (βλεννοαιμοραγική κερατοδερμία) (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 418)

Ετυμολογία

βλεννογόνος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική blennogène < αρχαία ελληνική βλέννα + -γόνος < γίγνομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβλεννογόνοςβλεννογόνα / βλεννογόνοςβλεννογόνο
Γενικήβλεννογόνουβλεννογόνας / βλεννογόνουβλεννογόνου
Αιτιατικήβλεννογόνοβλεννογόνα / βλεννογόνοβλεννογόνο
Κλητικήβλεννογόνεβλεννογόνα / βλεννογόνεβλεννογόνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβλεννογόνοιβλεννογόνες / βλεννογόνοιβλεννογόνα
Γενικήβλεννογόνωνβλεννογόνωνβλεννογόνων
Αιτιατικήβλεννογόνουςβλεννογόνες / βλεννογόνουςβλεννογόνα
Κλητικήβλεννογόνοιβλεννογόνες / βλεννογόνοιβλεννογόνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →