βλεφαρίδα
•
- ανατομίαλεπτή κοντή τρίχα που βγαίνει στις άκρες των βλεφάρων και προστατεύει τα μάτια Βικιλεξικό
- το σύνολο των τριχών που φυτρώνουν στο ένα βλέφαρο (ή τεχνητό ομοίωμά τους) Βικιλεξικό
- Η μία παχουλή, ροδομάγουλη, η άλλη απεναντίας εύθραυστη, λεπτοκόκαλη με πελώρια μάτια και μεγάλες γυριστές βλεφαρίδες (Ντίνος Οικονόμου, Η πλαγιά με τα νίφαστρα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 15)
Ετυμολογία
βλεφαρίδα < αρχαία ελληνική βλεφαρίς < βλέφαρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλεφαρίδα | βλεφαρίδες |
| Γενική | βλεφαρίδας | βλεφαρίδων |
| Αιτιατική | βλεφαρίδα | βλεφαρίδες |
| Κλητική | βλεφαρίδα | βλεφαρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →