Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλεφαρίζω

/vle.faˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. κουνώ τα βλέφαρα (ανοιγοκλείνοντάς τα) Βικιλεξικό
  2. κάνω νόημα σε κάποιον κουνώντας τα βλέφαρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλεφαρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βλεφαρίζω < αρχαία ελληνική βλέπω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβλεφαρίζωβλεφαρίζειςβλεφαρίζειβλεφαρίζουμεβλεφαρίζετεβλεφαρίζουν / βλεφαρίζουνε
Παρατατικόςβλεφάριζαβλεφάριζεςβλεφάριζεβλεφαρίζαμεβλεφαρίζατεβλεφάριζαν / βλεφαρίζαν / βλεφαρίζανε
Αόριστοςβλεφάρισαβλεφάρισεςβλεφάρισεβλεφαρίσαμεβλεφαρίσατεβλεφάρισαν / βλεφαρίσαν / βλεφαρίσανε
Μέλλονταςθα βλεφαρίζω / θα βλεφαρίσωθα βλεφαρίζεις / θα βλεφαρίσειςθα βλεφαρίζει / θα βλεφαρίσειθα βλεφαρίζουμε / θα βλεφαρίσουμεθα βλεφαρίζετε / θα βλεφαρίσετεθα βλεφαρίζουν / θα βλεφαρίζουνε / θα βλεφαρίσουν / θα βλεφαρίσουνε
Παρακείμενοςέχω βλεφαρίσειέχεις βλεφαρίσειέχει βλεφαρίσειέχουμε βλεφαρίσειέχετε βλεφαρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βλεφαρίσειείχες βλεφαρίσειείχε βλεφαρίσειείχαμε βλεφαρίσει——
Υποτακτικήνα έχω βλεφαρίσει / να βλεφαρίζω / να βλεφαρίσωνα έχεις βλεφαρίσει / να βλεφαρίζεις / να βλεφαρίσειςνα έχει βλεφαρίσει / να βλεφαρίζει / να βλεφαρίσεινα έχουμε βλεφαρίσει / να βλεφαρίζουμε / να βλεφαρίσουμενα έχετε βλεφαρίσει / να βλεφαρίζετε / να βλεφαρίσετενα βλεφαρίζουν / να βλεφαρίζουνε / να βλεφαρίσουν / να βλεφαρίσουνε
Προστακτική—βλεφάριζε / βλεφάρισε——βλεφαρίζετε / βλεφαρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →