βλεφαρίζω
•
- κουνώ τα βλέφαρα (ανοιγοκλείνοντάς τα) Βικιλεξικό
- κάνω νόημα σε κάποιον κουνώντας τα βλέφαρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλεφαρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βλεφαρίζω < αρχαία ελληνική βλέπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βλεφαρίζω | βλεφαρίζεις | βλεφαρίζει | βλεφαρίζουμε | βλεφαρίζετε | βλεφαρίζουν / βλεφαρίζουνε |
| Παρατατικός | βλεφάριζα | βλεφάριζες | βλεφάριζε | βλεφαρίζαμε | βλεφαρίζατε | βλεφάριζαν / βλεφαρίζαν / βλεφαρίζανε |
| Αόριστος | βλεφάρισα | βλεφάρισες | βλεφάρισε | βλεφαρίσαμε | βλεφαρίσατε | βλεφάρισαν / βλεφαρίσαν / βλεφαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα βλεφαρίζω / θα βλεφαρίσω | θα βλεφαρίζεις / θα βλεφαρίσεις | θα βλεφαρίζει / θα βλεφαρίσει | θα βλεφαρίζουμε / θα βλεφαρίσουμε | θα βλεφαρίζετε / θα βλεφαρίσετε | θα βλεφαρίζουν / θα βλεφαρίζουνε / θα βλεφαρίσουν / θα βλεφαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βλεφαρίσει | έχεις βλεφαρίσει | έχει βλεφαρίσει | έχουμε βλεφαρίσει | έχετε βλεφαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βλεφαρίσει | είχες βλεφαρίσει | είχε βλεφαρίσει | είχαμε βλεφαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βλεφαρίσει / να βλεφαρίζω / να βλεφαρίσω | να έχεις βλεφαρίσει / να βλεφαρίζεις / να βλεφαρίσεις | να έχει βλεφαρίσει / να βλεφαρίζει / να βλεφαρίσει | να έχουμε βλεφαρίσει / να βλεφαρίζουμε / να βλεφαρίσουμε | να έχετε βλεφαρίσει / να βλεφαρίζετε / να βλεφαρίσετε | να βλεφαρίζουν / να βλεφαρίζουνε / να βλεφαρίσουν / να βλεφαρίσουνε |
| Προστακτική | — | βλεφάριζε / βλεφάρισε | — | — | βλεφαρίζετε / βλεφαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →