βλεφαρόπτωση
•
- ιατρικήπαθολογική καθίζηση του άνω βλεφάρου, η οποία μπορεί να περιορίζει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό το οπτικό πεδίο Βικιλεξικό
- Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
Ετυμολογία
βλεφαρόπτωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική blépharoptose < αρχαία ελληνική βλέφαρον + πτῶσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλεφαρόπτωση | βλεφαροπτώσεις |
| Γενική | βλεφαρόπτωσης | βλεφαροπτώσεων |
| Αιτιατική | βλεφαρόπτωση | βλεφαροπτώσεις |
| Κλητική | βλεφαρόπτωση | βλεφαροπτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →