βλησίδι
•
- εύρημα, θησαυρός Βικιλεξικό
- σκάφτει ἕνα λάκκο μὲ τὸ μαχαίρι του κοντὰ στὴ γωνίστρα, ἐκεῖ ποὖχαν εὕρῃ τὸ βλησίδι (Α. Τραυλαντώνης, Το βλησίδι)
Ετυμολογία
βλησίδι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλησίδι | βλησίδια |
| Γενική | βλησιδιού | βλησιδιών |
| Αιτιατική | βλησίδι | βλησίδια |
| Κλητική | βλησίδι | βλησίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →