βλογάω
•
- προφορικόευλογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλογάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βλογῶ + νεότερο επίθημα -άω < ελληνιστική κοινή εὐλογῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βλογάω / βλογώ | βλογάς | βλογά / βλογάει | βλογάμε / βλογούμε | βλογάτε | βλογάν / βλογάνε / βλογούν / βλογούνε |
| Παρατατικός | βλογούσα / βλόγαγα | βλογούσες / βλόγαγες | βλογούσε / βλόγαγε | βλογάγαμε / βλογούσαμε | βλογάγατε / βλογούσατε | βλογάγανε / βλογούσαν / βλογούσανε / βλόγαγαν |
| Αόριστος | βλόγησα | βλόγησες | βλόγησε | βλογήσαμε | βλογήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα βλογάω / θα βλογήσω / θα βλογώ | θα βλογάς / θα βλογήσεις | θα βλογά / θα βλογάει / θα βλογήσει | θα βλογάμε / θα βλογήσουμε / θα βλογούμε | θα βλογάτε / θα βλογήσετε | θα βλογάν / θα βλογάνε / θα βλογούν / θα βλογούνε |
| Υποτακτική | να βλογάω / να βλογήσω / να βλογώ | να βλογάς / να βλογήσεις | να βλογά / να βλογάει / να βλογήσει | να βλογάμε / να βλογήσουμε / να βλογούμε | να βλογάτε / να βλογήσετε | να βλογάν / να βλογάνε / να βλογούν / να βλογούνε |
| Προστακτική | — | βλόγα / βλόγαγε / βλόγησε | — | — | βλογάτε / βλογήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βλογήθηκαβλογιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →