Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλογιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ασθένεια ευλογιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλογιά < ευλογιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβλογιάβλογιές
Γενικήβλογιάςβλογιών
Αιτιατικήβλογιάβλογιές
Κλητικήβλογιάβλογιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →