Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλογιοκομμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. άτομο που έχει σημάδια στο πρόσωπο που παρέμειναν μετά την αποθεραπεία από ευλογιά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηάτομο που έχει σημάδια στο πρόσωπο, σημαδεμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλογιοκομμένος < βλογιά + -ο- + κομμένος

Άλλοι τύποι

βλογιοκομμέναβλογιοκομμένεβλογιοκομμένεςβλογιοκομμένηβλογιοκομμένηςβλογιοκομμένοβλογιοκομμένοιβλογιοκομμένοςβλογιοκομμένουβλογιοκομμένουςβλογιοκομμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →