βλογιοκομμένος
•
- άτομο που έχει σημάδια στο πρόσωπο που παρέμειναν μετά την αποθεραπεία από ευλογιά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάτομο που έχει σημάδια στο πρόσωπο, σημαδεμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλογιοκομμένος < βλογιά + -ο- + κομμένος
Άλλοι τύποι
βλογιοκομμέναβλογιοκομμένεβλογιοκομμένεςβλογιοκομμένηβλογιοκομμένηςβλογιοκομμένοβλογιοκομμένοιβλογιοκομμένοςβλογιοκομμένουβλογιοκομμένουςβλογιοκομμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →