βλοσυρότητα
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος βλοσυρός, η ιδιότητα του βλοσυρού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλοσυρότητα < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική βλοσυρότης από την αιτιατική βλοσυρότητα < αρχαία ελληνική βλοσυρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλοσυρότητα | βλοσυρότητες |
| Γενική | βλοσυρότητας | βλοσυροτήτων |
| Αιτιατική | βλοσυρότητα | βλοσυρότητες |
| Κλητική | βλοσυρότητα | βλοσυρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →