βοήλατος
•
- λόγιοπου σέρνεται από βόδια Βικιλεξικό
- Τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι η βοήλατη μεταφορά είναι παλιότερη από την ιππήλατη και επομένως θα ήταν ίσως αναχρονισμός να αποκαταστήσουμε μια ινδοευρωπαϊκή λέξη για την ιππήλατη άμαξα. (Αναστάσιος Φοίβος Χριστίδης (επιμέλεια), Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: απο τις αρχές ως την ύστερη αρχαιότητα, εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2001, ISBN 960-231-094-4, σελ. 143.)
Ετυμολογία
βοήλατος < αρχαία ελληνική βοηλάτης + -ος < βοῦς + ἐλαύνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοήλατος | βοήλατη | βοήλατο |
| Γενική | βοήλατου | βοήλατης | βοήλατου |
| Αιτιατική | βοήλατο | βοήλατη | βοήλατο |
| Κλητική | βοήλατε | βοήλατη | βοήλατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοήλατοι | βοήλατες | βοήλατα |
| Γενική | βοήλατων | βοήλατων | βοήλατων |
| Αιτιατική | βοήλατους | βοήλατες | βοήλατα |
| Κλητική | βοήλατοι | βοήλατες | βοήλατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →