βογκητό
•
- ο βαθύς αναστεναγμός από ηδονή ή πόνο, άναρθρη φωνή, βόγκος Βικιλεξικό
- ο ρόχθος, η βοή της θάλασσας, των κυμάτων, του ανέμου κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βογκητό < βογκώ + -ητό < μεσαιωνική ελληνική γογγῶ (ορθογραφική απλοποίηση) < ελληνιστική κοινή γογγύζω < ((ηχομιμητική λέξη))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βογκητό | βογκητά |
| Γενική | βογκητού | βογκητών |
| Αιτιατική | βογκητό | βογκητά |
| Κλητική | βογκητό | βογκητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →