βοδάλαφο
•
- θηλαστικό ζώοο τάρανδος Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ρουσία, εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1969, αρχική έκδοση 1928, σελ. 162 @google.gr/books.
Ετυμολογία
βοδάλαφο < βόδ(ι) + αλάφ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βοδάλαφο | βοδάλαφα |
| Γενική | βοδάλαφου | βοδάλαφων |
| Αιτιατική | βοδάλαφο | βοδάλαφα |
| Κλητική | βοδάλαφο | βοδάλαφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →